Pros Emena

Σε ένα κόσμο ξένο,
σε ένα κόσμο ανελέητο,
υπάρχει μια πηγή,
με νερό πλούσιο.
Οι ιππότες φτάσανε εκεί,
είπανε \"θα πιούμε,
κάτσουμε να ξεκουραστούμε\"
Κάτσανε κάτω απ' την ελιά.
Ακούγανε το αεράκι,
το θρόισμα των φύλλων,
το μακρινο γαύγισμα των σκύλων,
τα έντομα να πετούν.
Ακούσανε το κάλεσμα.
\"Ελάτε, ακολουθήστε!\"
Σε μια νύχτα αρχαϊκή,
Ένα Σε ένα κόσμο ξένο,
σε ένα κόσμο ανελέητο,
υπάρχει μια πηγή,
με νερό πλούσιο.
Οι ιππότες φτάσανε εκεί,
είπανε \"θα πιούμε,
κάτσουμε να ξεκουραστούμε\"
Κάτσανε κάτω απ' την ελιά.
Ακούγανε το αεράκι,
το θρόισμα των φύλλων,
το μακρινο γαύγισμα των σκύλων,
τα έντομα να πετούν.
Ακούσανε το κάλεσμα.
\"Ελάτε, ακολουθήστε!\"
Σε μια νύχτα αρχαϊκή,
Ένα άστρο φωτεινό, να!
σας καλεί...
Ανοίξανε τα μάτια τους,
νύχτωσε και όμως υπήρχε φώς,
γύρω τους, μέσα τους,
παντού...
\"Ήπιατε από το νερό της λήθης,
αλλά γνωρίζετε!
θα πάρετε γερή δόση λύπης
γνωρίζετε...\"
Δές το φώς!
Δείξε το δρόμο!
Σώσε τα πρόβατα!
Προχώρα ως το τέλος!
Μη σταματάς σε κάθε μπόρα!
Πάρε δυνάμεις και προχώρα!
Οι ιππότες χαίρονται!
\"Είμαστε χρησμένοι πια!\"
Κάνουνε τα πάντα!
Πολεμούν δράκους και πτηνά
Καίνε σκιές με εσώτερη ενεργειακή φωτιά
Παιτούν ψηλά...
Φεύ! κι όμως τόσο χαμηλά...
Πίειτε το ποτό σας μικροί και ανόητοι...
Γευτείτε το κρασί που σας υποσχέθηκαν...
Πέστε ναι σε όλα...
Και ο Αλέξανδρος σας ξαναμιλά:
\"Δεν με προδόσατε ποτέ.
Ζήτησα πολλά από λίγους.
Ζήτησα λίγα από πολλούς.
Εγώ φταίω.
Εγώ πονώ.
Εγώ πεθαίνω, θα πεθάνω...
ΤΩΡΑ! όχι αύριο...
Υπήρξα άδικος.
Έπραξα άσχημα.
Έδιωξα την ίδια την Περσεφόνη.
Έσπασα εγώ ο ίδιος το δισκοπότηρο.
Σας ζήτησα να το βρείτε και να μου το φέρετε.
Αλλά αυτό δεν θέλει.
Ναι, το δισκοπότηρο έχει φωνή,
έχει λαλιά...
Δεν με θέλει πια...
Έπραξα ανόητα και άσκοπα
Έπραξα σαν περίοικος,
και όχι σαν βασιλιάς.
Νίκησα είκοσι μάχες
και θεώρησα τον εαυτό μου θεό.
Νίκησα δράκους και σκιές
εγώ, μόνος μου χωρίς βοήθεια ορατή
και αποθεώθηκα.
Κυνήγησα τη δόξα χωρίς επιτυχία.
Ίσως το όνομά μου να είναι Πύρρος
και όχι Αλέξανδρος.
Πύρρειες νίκες παντού.
ʼσκοπες μάχες.
Που η ιδιοφυία;
Σκοτώστε με εσείς οι ίδιοι αν δεν σας βαραίνει..
Δώστε μου το πιοτό του Σωκράτη,
το θάνατο του προδότη,
το ταξίδι στην πατρίδα του προστάτη.
Πλούτωνα, πάρε με στην αγκαλιά σου,
βάλε με στα πιο βαθιά σημεία της εξορίας σου.
Είμαι προδότης.
Σκότωσα τον εαυτό μου.
Δεν έχω θέληση για τίποτα.
Δεν μπορώ να κάνω τίποτα.
Δεν με θέλει κανείς εδώ.
Κανείς δεν δίνει σημασία.
Κανείς δεν υπάρχει για μένα.
Πέρα από τη δεκάδα
κανείς δεν δίνει πεντάρα!\"
Οι ιππότες κοιτούν
ο είς τον άλλο...
\"Τί είπε; Τι θέλει τώρα;
Μα ποιός δεν τον θέλει;
Ποιός δεν του δίνει σημασία;
Πότε έκανε λάθος;
Πότε τα άφησε όλα για τη δόξα;
Μήπως κάτι δεν ξέρουμε;
Ή μήπως ξέρουμε;\"
\"Ξέρετε αγαπητοί φίλοι και αδερφοί!
Ξέρετε. Έκανα λάθη και δεν άφηνα να με διορθώσετε.... Τώρα ήρθε το πικρόγλυκο τέλος\"
Οι ιππότες στενοχωριούνται...
\"Να αφήσουμε την αναζήτηση;\"
\"Να αρχίσετε τη δική σας αναζήτηση,
να σκοτώσετε το δικό σας ερπετό
Προχωρήστε προς τη δύση...
εκεί θα βρείτε το δράκο...
Τα άλογά σας περιμένουν...
Αφήστε με...
Ήρθε η ώρα...
Ήρθε το τέλος...\"
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος σηκώθηκε,
φόρεσε την πανοπλία του,
όπως τότε που ξεκινούσε για παρέλαση,
επισκέφτηκε τους στρατώνες.
\"Εδώ ξεκίνησαν όλα...\"
Προχώρησε στους βασιλικούς κοιτώνες...
\"Εδώ... όχι... γιατί...; Εγώ φταίω...
Συγνώμη...\"
Προχώρησε στο δωμάτιο των γονιών του...
όλοι έλειπαν... πήγαν στη γιορτή...
\"Πατέρα, μητέρα... συγχωρέστε με...
Ευχαριστώ...\"
Προχώρησε στην αίθουσα των συμβουλίων,
Μεγάλη Σάλα των Ιπποτών και Βασιλέων ονομάζονταν.
\"Πιστοί μου Ιππότες...
Εγώ φταίω για αυτούς που χάθηκαν σε λάθος πολέμους...
Τώρα έρχομαι να σας βρώ...\"
Ανέβηκε προς το πύργο
της Παρατήρησης και Μοναξιάς...
Κοίταξε πέρα στον ορίζοντα.
Έβλεπε τη περιοχή της Πόλης των γαλλάζιων Πετραδιών...
\"Εκεί είναι τα δύο ποθητά...
Εκεί μείνανε για πάντα...
Εκεί...
Σε λίγο θα πετάω από πάνω σας...\"
Κοίταξε κάτω...
Η άβυσσος απλώνονταν...
\"Εξκάλιμπερ, εσώτερη δύναμις και Φώς...
συγχωρέστε με... αλλά δεν είμαι αντάξιός σας...
Ήρθε η ώρα του αποχωρισμού...\"
Έβγαλε το φωτινό σπαθί,
το σήκωσε ψηλά,
ανταύγισε στον ήλιο.
Η αντανάκλασή του έφτανε μέχρι την Πόλη των Ποθητών όπως την ονόμασε,
Το χαμήλωσε και το πέταξε στην άβυσσο.
Το βλέμα του ακολουθούσε την τροχιά του.
Η πάνοπλη παρθένος θεά,
με μια κουκουβάγια στην ασπίδα
αναδύθηκε από τη λίμνη.
Σήκωσε το χέρι και άρπαξε το σπαθί.
\"Λυπάμαι...\", είπε... και καταδύθηκε..
Ο Αλέξανδρος κοίταξε ξανά τον ήλιο...
Το φώς του δεν τον τύφλωνε πια...
\"Αχιλλέα, Αλέξανδρε, Βασίλειε, Ναπολέωντα, Χρήσιμε... έρχομαι να σημπληρώσω την πεντάδα...!\"
Ξάπλωσε... έτσι ώστε το κεφάλι του να κοιτά στην ανατολή και τα πόδια του να κατευθύνονται στη Δύση.
\"Ήρθε το τέλος...
θάνατε παλιέ μου φίλε...
έρχομαι...\"
Κοίταξε για τελευταία φορά τον γαλάζιο ουρανό...
Έκλεισε τα μάτια...
\"Φώς, Περσεφόνη, Πλούτωνα...\"
Η τελευταία του πνοή...
το κύκνειο άσμα...
Και οι ιστορίες από τότε λένε,
για τον ένδοξο και αδικοχαμένο βασιλιά,
που πέθανε μόνος του.
Που επέλεξε να πεθάνει μόνος.
Που απλά άφησε την μαραζωμένη και μαραμένη ψυχή του ελεύθερη,
να φύγει, να ενωθεί με τους άλλους θεούς.

------------------------------------------------------------------------------

~~~ σχολιασμός και γνώμες για την ποίηση του αλέξανδρου φιλίππου ~~~

------------------------------------------------------------------------------

Ποιοί είναι online

Έχουμε 27 επισκέπτες συνδεδεμένους