Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία 2

[σελίδα 2]


 



  • Κ.
    [σελίδα 2]


     



    • Κ.


      • καβατζάρω : βεν . cavetzar :
        παρακάμπτω ακρωτήρι
      • καβίλια, η : ιταλ. caviglia : σκοινί
        με οξύ άκρο για να περνά εύκολα
        από τους τροχίλους - καθεμιά από
        τις ακτίνες της ρόδας του
        πηδαλίου - ατσάλινο εργαλείο για
        να ανοίγουν τα έμβολα των
        σκοινιών και να φτιάχνουν γάσες (βλ.λ)
      • κάβος , ο : ιταλ. cavo : αποκρημνο
        ακρωτήρι - χοντρό σκοινί / παίρνω
        κάβο : καταλαβαίνω
      • καθετή, η : αλιευτικό εργαλείο ,
        απο συνηθισμένο νήμα με αγκίστρι
        στην άκρη, κι ένα μικρό βάρος που
        συντελεί στην καταβύθιση του
        άγκιστρου
      • καλάδα, η : βεν. calada :βύθισμα
        αλιευτικών διχτυών.
      • καλαμίδα, η : το ψαραδικο καλάμι
      • καλάρω : ιταλ. calare : μαζεύω τα
        πανιά - κάνω νερά - αφήνω, διαρρέω,
        ρίχνω δίχτυα
      • καλατζής, ο : τουρκ. kalayci :
        γανωτής, κασσιτερωτής
        χαλκωμάτων.
      • καλαφατίζω : ιταλ. calafatare :πισσαρω
        τα κενά - βατεύω, πηδάω
      • καμπανιές, οι : χτυπήματα της
        καμπάνας της γέφυρας ή του
        μηχανοστασίου γιά τις αλλαγές
        της ώρας.
      • καμπούνι, το : υπόστεγο της
        πλώρης για τη στέγαση των ανδρών
        του πληρώματος σε κακοκαιρία
      • καναλέτο, το : ιταλ. canaletto :αυλάκι,
        ρυάκι, θαλάσσια δίοδος
      • κανοκιάλι , το : ιταλ. cannocchiale :
        όργανο γιά την παρακολούθηση
        αντικειμένων από πολύ μακρυά
      • καντηλίτσα, η : βεν . candelizza : 1.
        συσκευή που αναρτάται στα πλευρά
        του πλοίου και στην οποία
        στέκεται ο εργάτης που
        επισκευάζει ή χρωματίζει το
        πλοίο. 2. η καντηλίτσα του φλώκου :
        η υπέρα του ατέρμονος 3. Κόμπος
        επιδέξιος χρησιμοποιούμενος γιά
        την ανύψωση ανθρώπου στα ξάρτια.
      • καντίνι, το : ιταλ. cantino :η
        οξύτερη χορδή των εγχόρδων
        οργάνων, μτφ. στην εντέλεια,
        κομψός.
      • καπελώνω : ιταλ . cappello : βάζω τους
        κάβους (βλ.λ.) στις δέστρες
      • κάπος, ο : ιταλ. capo :αρχηγός - ο
        αρχηγός τετραωρίας - μέρος ξηράς
        που αναδίεται από τη θάλασσα.
      • καραβοφάναρο, το : πλοίο που
        χρησιμεύει ως πλωτός φανός,
        αγκυροβολημένο κοντά σε
        επικίνδυνα σημεία, υφάλους κλπ
      • καραμοσόλι, το : εκ του τούρκου
        ναυάρχου του 14ου αι. Καρά Μουσέλ :
        βαρύ αντικείμενο ποντισμένο με
        πλωτήρα στην επιφάνεια γιά την
        ευχερή αγκυρόδεση του εφολκίου -
        είδος ιστιοφόρου που
        χρησιμοποιούσαν το 1821 - ο
        σύνδεσμος των αγκυρών, ο
        αμφιδέτης.
      • καραντί, το : σκαμπανέβασμα του
        καραβιού εξαιτίας
        θαλασσοταραχής που συνεχίζεται
        και μετά την παύση του ανέμου,
        φουσκοθαλασσιά.
      • καρρέ, το : γαλλ. carre : ο
        μεσόδεσμος, τετράγωνο
        διαμέρισμα του πλοίου που
        χρησιμεύει ως εντευκτήριο ή
        εστιατόριο.
      • κάρτα, η : ιταλ. carta :ο καθένας από
        τους τριανταδύο ανεμόκομβους
        του ανεμολογίου (βλ.λ.)
      • καρτίνι, το : ιταλ. quartino :το 1/4 του
        ρόμβου κατά τις διαιρέσεις των
        παλαιών ανεμολογίων(βλ.λ.)
      • κάρτο, το, και κουάρτο, το : ιταλ.
        quarto :1/4
      • κάσσαρο, το : ιταλ. cassero :το
        επίστεγο πάνω στην πρύμνη,
        υπερυψωμένη γέφυρα - ειδικό
        διαμέρισμα που χρησιμοποιείται
        γιά καπνιστήριο από τους
        επιβάτες της α΄θέσης - πύργος
        φρουρίου
      • κατραμόκωλος, ο : ναύτης της
        κουβέρτας
      • κιαλάρω : ιταλ. chiale :κοιτώ με
        κυάλι, παρατηρώ με ενδιαφέρον
      • κλειδιά, τα : κυρτά σιδερένια
        κομμάτια με παχύτερα άκρα και
        διάτρητα ώστε να περνά γόμφος με
        τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους
        οι κρίκοι μιάς αλυσίδας
      • κοκκινόκωλος, ο : ναύτης
        σκαρφαλωμένος ψηλά - είδος
        πιθήκου - το πτηνό φοινίκουρος
      • κοκό , το : η κοκαϊνη
      • κόντρα, τα : ιταλ. contra :ρυθμιστικοί
        και ασφαλιστικοί κοχλίες
      • κόντρα γέφυρα, η : το σημείο πάνω
        από την γέφυρα, στο οποίο
        βρίσκονται η πυξίδα και το
        τιμόνι
      • κοντραστάρω : ιταλ. contrastare : πάω
        αντίθετα - πάω εγγύτερα στον
        άνεμο
      • κοράκι, το : η μύτη του βαποριού
      • κοστάρω : ιταλ. accostare εκ του costa =
        ακτή : πιάνω στεριά
      • κοτσάρω : ιταλ. cozzare :συνδέω,
        προσαρτώ, πλευρίζω - περνάω κρίκο
        ή αγκίστρι μέσα από κρίκο
      • κουβέρτα, η : βεν. coverta :το
        κατάστρωμα
      • κουβούσι, το : τουρκ. kovus :το
        υπερυψωμένο παραπέτο του
        αμπαριού, αίθουσα, χώρος ύπνου
      • κουίνα, η : αγγλ. queen :έκφραση των
        ναυτικών γιά τους ομοφυλόφιλους
        των λιμανιών
      • κουπαστή, η : το ανώτατο χείλος
        των τοιχωμάτων του πλοίου -
        χειρολαβή
      • κρένι, το : γαλ. crane :γερανός
        περιστρεφόμενος, περιστροφικό
        βίντσι
      • κρουζέτο, το : βεν. croseta :το
        δίζυγο του μεγάλου επιστηλίου -
        λούκι γύρω από το κατάστρωμα, για
        να φεύγουν τα νερά




    • Λ

      • λαμαρίνα, η : βεν . lamarin : λεπτό
        μεταλλικό έλασμα - αρρώστεια που
        προσβάλλει και τρελαίνει τις
        γάτες στα φορτηγά πλοία
      • λαμπόγυαλο, το : η παιδεραστία
      • λάντζα, η : βεν. lanza :μαστέλλο,
        ξύλινο δοχείο για τον καθαρισμό
        των σκευών - η λέμβος
      • λίνια, η : ιταλ. linea :η γραμμή του
        Ισημερινού, κατ' επέκτασιν και
        του τροπικού
      • λοστρόμος, ο : ιταλ. nostromo : ο
        πρώτος υπαξιωματικός του
        πληρώματος, ο ναύκληρος των
        εμπορικών πλοίω


    • Μ


      • μαγκάρω : βεν. mancar :κοπάζω,
        σταματώ - αποτυγχάνω, σφάλλω
      • μαϊνάρω : ιταλ. mainare :υποστέλλω,
        κατεβάζω τα πανιά
      • μακαράς, ο : τουρκ. makara :τροχαλία,
        καρούλι
      • μαλαφράντζα, η : ιταλ. mal di Francia : η
        γαλλική αρρώστεια, η σύφιλη
      • μανούβρα, η : βεν . manovra :
        χειροσμός διεύθυνσης του
        σκάφους
      • μαρέα, η : ιταλ. marea :παλίρροια
      • μαρκόνης, ο : ασυρματιστής (εκ
        του ονόματος του εφευρέτη του
        ασυρμάτου )
      • μάσκα, η : λατ. masca :η παρειά της
        πλώρης
      • ματίζω : ενώνω, μπαλώνω
      • ματικάπι, το : τουρκ. matkap :
        τρυπάνι
      • ματσακόνι, το : ιταλ. mazza : σφυρί
        γιά να βγάζουν το χρώμα ή τη
        σκουριά από τις λαμαρίνες
      • μαύρη μπάλλα : υψώνεται στον
        πρωραίο ιστό ως σημάδι
        αγκυροβολίας, ενώ δύο μπάλλες
        υψωμένες στον ιστό πάνω από τη
        γέφυρα σημαίνουν ακυβερνησία
      • μαυρομάτα, η : η μαύρη μύτη της
        πέννας, η πέννα
      • μεσηνέζα, η : αλιευτικό νήμα (εκ
        της ιταλικής πόλεως Μεσσίνας)
      • μετζαρόλι, το : βεν. mezzaruola :φυαλίδιο
        με άμμο γιά τον κανονισμό των
        ωρών των δυτών , είδος κλεψύδρας
      • μόλα ιπάντο : ιταλ. molla in bando :χαλάρωσε,
        αμόλα τα σκοινιά
      • μονιτάρως : καιρός - τώρα
      • μοράβια, η : ιταλ. moravia : εκλεκτή
        βαφή, χρώμα εξαιρετικής αντοχής
        που χρησιμοποιείται γιά τη βαφή
        των υφάλων του πλοίου
      • μουράγιο, το : βεν. muragia :η
        προκυμαία
      • μπάγκος, ο : ιταλ. banco : η ξέρα, ο
        ύφαλος
      • μπαλόνια, τα : βεν. balon :παραβλήματα
        σφαιρικά γιά την προστασία των
        πλαϊνών των πλοίων
      • μπαρκάρω: ιταλ. imbarcare :επιβιβάζομαι,
        φεύγω με πλοίο ως ναυτικός
      • μπαρκέττα, η : ιταλ. barchetta :η
        βαρκούλα - όργανο μέτρησης
        ταχύτητος
      • μπάρκο, το : ιταλ. barco :παλιό
        ιστιοφόρο - το μπαρκάρισμα
      • μπαρούμα, η : ιταλ. baroma : σκοινί
        με τό οποίο προσδένεται η βάρκα
        σε κάποιο στα0ερό σημείο στην
        ξηρά ή σε άλλο σκάφος, γιά να το
        τραβήξουμε
      • μπάσσες, οι : αμπασσαδούρες,
        μπάσσες στεριές (βλ.λ.)
      • μπαστούνι, το : βεν. baston :το
        δόρατο των ιστιοφόρων
      • μπατάρω : ιταλ. battere :ανατρέπομαι
        κι ανατρέπω, τουμπάρω - αλλάζω
        πέτασμα στα πανιά κατά την βόλτα
        (βλ.λ.)
      • μπάφα, η : ιταλ. baffo : ο θηλυκός
        κέφαλος, απ' όπου βγαίνει το
        αυγοτάραχο, αλλά και το ψαρόλαδο
        με το οποίο περνούσαν τα σύρματα
        - μτφ. βαριά μυρωδιά
      • μπίγα, η : ιταλ. biga :φορτωτήρας,
        γερανός
      • μπίντα, η : ιταλ. bitta : η δέστρα
      • μπουάμπης , ο : αράπης θυρωρός
      • μπουγάζι, το : τουρκ. bogaz :στενό
        μέρος θάλασσας μεταξύ δύο στενών,
        δίαυλος, κανάλι - η μπούκα, το
        στόμιο των ιχθυοτροφείων
      • μπουκαπόρτα, η : βεν. bucaporta :θυρίδα
        φόρτωσης
      • μπουλμές, ο : τουρκ. bolme : ξύλινο
        εσωτερικό χώρισμα του πλοίου, μή
        μόνιμο, γιά ειδικές φορτώσεις
      • μπουνάτσα, η : βεν. bonazza :η
        νηνεμία, η γαλήνη : μπουνατσάρω=
        γαληνεύω
      • μπούσουλας, ο : ιταλ. bussola : η
        πυξίδα, ο προσανατολισμός
      • μπρατσόλι, το : ιταλ. bracciolo :στήριγμα
        σε σκάφος
      • μπριγκαντίνι, το : ιταλ. brigantino :
        είδος καϊκιού



    • Ν

      • ναύλος, ο : φορτίο πληρωμένο γιά
        μεταφορά - το αντίτιμο φόρτωσης ή
        μεταφοράς
      • νιτσεράδα, η : ιταλ. incerata :αδιάβροχο
        από μουσαμά
      • ντόκος, ο : αγγλ. dock :νηοδόχος,
        τμήμα εμπορικού λιμανιού μεταξύ
        του βασικού κρηπιδώματος και των
        προβλητών του - είδος υφάσματος
      • ντοκουμάνης, ο : αγγλ. donkey man :αρχιθερμαστής,
        λοστρόμος της μηχανής
      • ντουανιέρης, ο : ιταλ. dogana=τελωνείο
        : τελωνειακός - φορτοεκφορτωτής
        τελωνείου
      • ντούγα, η : ιταλ. doga :σανίδα
        βαρελιού
      • ντούκια, τα : βεν. ducia : σπείρες
        σκοινιού ή συρματόσκοινου -
        ύπνος
      • ντράγα, η : ιταλ. draga : φαγάνα,
        βαθυκόρος = πλωτό μηχάνημα γιά
        τον καθαρισμό του βυθού ή την
        εκβάθυνση λιμανιών



    • Ξ

      • ξαγερίζω : βγάζω στον αέρα,
        διαλαλώ
      • ξάι , το : λατ. exagium : ανταπόδοση,
        αμοιβή
      • ξεκαπελλώνω : βγάζω τους κάβους(βλ.λ.)
        από τις μπίντες (βλ.λ.)
      • - βλέπε και : καπελλώνω
      • ξελιμπάρω : ξε + ιταλ. libare :ελαφρώνω
        το πλοίο ξεφορτώνοντας μέρος του
        φορτίου σε άλλο μικρότερο που θα
        μπεί στα ρηχά νερά , μτφ. τελειώνω,
        αδειάζω, ξοφλάω
      • ξεμπαρκάρω: αντιθ. μπαρκάρω (βλ.λ.)
      • ξενερίζω : χάνω τα νερά μου,
        βγαίνω από την επιφάνεια της
        θάλασσας - αλλάζω το νερό γιά να
        φύγει η αρμύρα κι η πικρίλα -
        συνέρχομαι από μεθύσι - ουρώ
      • ξεραποξυλώνομαι : πέφτω ξερός
        σαν ξύλο - κοιμάμαι άκαμπτος -
        πεθαίνω
      • ξεστελλιάζω : διαλύω, ξεμοντάρω
      • ξίδι (ο καιρός) : δριμύς σορόκος





    [σελίδα 1 , 2 , 3 ]


    ||\\\\_/||

Ποιοί είναι online

Έχουμε 32 επισκέπτες συνδεδεμένους