Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία 3

[σελίδα 3]


 



  • Ο
    [σελίδα 3]


     



    • Ο


      • όκιο, το : ιταλ. occhio : τρύπα απ'
        όπου περνάει η αλυσίδα της
        άγκυρας
      • Ολλαντέζος , ο : ολλανδικό πλοίο
      • οργυιά, η : αρχ. ελ. ορέγω :
        αγγλική μονάδα μήκους ίση με 1,83 μ.
      • ορθοπλωρίζω : βάζω πλώρη πάνω
        στον καιρό
      • όρτσα : ιταλ. orza : στρέψε την
        πλώρη προς τον άνεμο
      • οχτώ-δέκα, η : βάρδια, τετραωρία


    • Π

      • παίρνω κάτω : κατεβάζω πανί ή
        σημαία - διοπτεύω
      • παλινώριο, το : όργανο με το
        οποίο βρισκόταν παλιότερα το
        αζιμούθιο του ήλιου, με
        συνδιασμό της ώρας, της ηλιακής
        κλίσης και του πλάτους
      • πανιόλο, το : ισπ. panyolo : πλάτος
        βάρκας- μτφ. πάτος σκεύους
      • παράλλαξη, η : η διαφορλά
        ανάμεσα στη διεύθυνση του Βορρά
        που δείχνει η πυξίδα και στην
        πραγματική θέση - τρόπος ελέγχου
        του πλου με αναφορά σε κάποιο
        σημείο της ακτής
      • παραπέτο, το : ιταλ. parapetto : το
        στηθαίο της γέφυρας
      • παρατιμονιά, η : κακός χειρισμός
        του τιμονιού
      • πασσατζέρικο, το : ιταλ. passaggio :πλοίο
        με σταθερό δρομολόγιο
      • παταράσο, το: βεν. patarazzo :ο
        παράτονος, το σκοινί του μεγάλου
        επιστυλίου του πλοίου
      • παχτώνας, ο : τετράγωνη λέμβος
        χωρίς καρίνα
      • πεθαμένος, ο : κατώτατης
        ποιότητας λαθραίο που κάποιος το
        πουλάει πολύ φθηνά, το ''σκοτώνει''
      • πεισματική, η : σφύριγμα πλοίου
      • πιλότος, ο : αγγλ. piloτ :οδηγός
        βαποριού, πλοηγός
      • πιλοτίνα, η : ιταλ. pilotina : η
        πλοηγίς, το πλοιάριο που
        μεταφέρει τον πιλότο στο πλοίο
        που πρόκειται να αναλάβει.
      • πινά, τα : ιταλ. pennone : τα εξώτατα
        άκρα του κέρατος του επιδρόμου
      • πινέλλο, το : είδος σπαστής
        άγκυρας
      • πλευρικά, τα : δύο φανοί που
        αποτελούν μέρος των πλοϊκών
        φανών του πλοίου
      • ποδίζω : μένω προσωρινά σε
        απάνεμο μέρος λόγω κακοκαιρίας -
        απομακρύνω την πλώρη από την
        κακοκαιρία του ανέμου
      • ποδόσταμο, το : το κοράκι (βλ.λ.)
        της πρύμνης
      • πόμπα, η : ιταλ. pompa :αντλία
      • Πορτολάνες, οι : ναυτικοί χάρτες
      • ποστάλι, το : ιταλ. postale :
        επιβατηγό ή ταχυδρομικό πλοίο
      • πότζι, το : ιταλ. poggia : ταλάντευση,
        υποστροφή του πλοίου
      • πούσι, το : τουρκ. pus :ομίχλη,
        καταχνιά
      • πρατιγάρω: ιταλ. pratigare : παίρνω
        πράτιγο, ελευθεροκοινωνώ
      • πριάρι, το : βάρκα που σπρώχνουν
        με κοντάρι
      • προβέτζο, το : βεν. provenza :απότομη
        μεταβολή του ανέμου από νότιο σε
        δυνατό βόρειο
      • προβολή, η : σύστημα
        χαρτογραφικής παράστασης σε
        επίπεδο της καμπύλης επιφανείας
        της Γης
      • προπέλλα, η : αγγλ. propeller : έλικας
        γιά την ώθηση του πλοίου
      • προυσσαλίδικο, το : το χασίς της
        Προύσσας, φημισμένο γιά την
        ποιότητά του
      • πρύμα : καλώς - άνεμος από την
        πλώρη
      • πρύμα πλώρα : σ' όλο το μήκος του
        πλοίου



    • Ρ

      • ράδα, η : ιταλ. rada : ανοικτό κι
        ευρύχωρο αγκυροβόλι, ανοικτός
        προλιμένας
      • ρέλι, το : αγγλ. rail : κιγκλίδωμα
      • ρεμούρκιο, το : βεν. remurchio : το
        ρυμούλκημα αλλά και το ρυμουλκό
        πλοίο - είδος σκοινιού
      • ρεμούσκο , το : βορειανατολικός
        ψυχρός άνεμος - υποψία, εικασία -
        ρίσκο, παράτολμη πράξη
      • ρεμπάρτα, η : ιταλ. ribalta :
        καταπακτή - άνοιγμα παντελονιού
      • ρέστα , τα : ιταλ. resto :σειρά
        μεταλλικών παξιμαδιών ενωμένων
        σε επίμηκες σχήμα
      • ρεστία, η : ιταλ. rastiare :
        παλινδρόμηση του κύματος από την
        ακτή, ακανόνιστος κυματισμός
      • ρεφόρτσο, το : ιταλ. rinforzo :ενδυνάμωμα,
        ενίσχυση των σχοινιών, σφίξιμο
        των σφηνών του τιμονιού
      • ρίγλα, η : λατ. regula : ο χάρακας,
        γραμμή χαραγμένη στο χάρτη, ο
        παράλληλος
      • ρισάλτο, το : ιταλ. risalto : έφοδος,
        επίθεση πειρατών στο πλοίο
      • ρολάρω : ιταλ. rollare : κάνω πότζι (βλ.λ.)
      • ρότα, η : ιταλ. rota : πορεία πλοίου
      • ρουφόλυμπες, οι : ρουφήχτρες



    • Σ

      • σαλαμάστρα, η : ιταλ. salmastra :
        πλέξιμο , σκοινί πλεγμένο
      • σάλπα, η : το σαλπάρισμα
      • σαλτάρω : ιταλ. saltare :πηδάω,
        ξεφεύγω
      • Σαμπάν, το : μικρό ποταμόπλοιο
        των κινεζικών ακτών , σκεπασμένο
        ώστε να χρησιμοποιείται σαν
        κατοικία
      • σαμπάνι, το : σκοινί με το οποίο
        δένονται βαριά αντικείμενα γιά
        ανύψωση ή οι βάρκες
      • σάνταλο, το : φορτηγό πλοίο που
        μοιάζει με σκούνα
      • σαρανταποδαρούσα, η : μακρύ
        τηλεγραφικό σήμα
      • σημαδούρα , η : κάθε είδους
        όργανο σήμανσης
      • σινιάλο, το : βεν. signal :
        συνθηματική ειδοποίηση απ' το
        πλοίο προς τους ναύτες στην ξηρά
      • σιψάντε(ς), ο : αγγλ. shipside :χώρος
        ανεφοδιασμού - μτφ. προμηθευτής
        τροφίμων
      • σκάλα, η : ιταλ. scala : επίνειο
      • σκαλιέρες, οι : ιταλ. scala :μικρά
        σκοινιά που δένονται οριζόντια
        στα ξάρτια ώστε να σχηματίζουν
        σκαλοπατάκια
      • σκανταγιάρω : ιταλ. scandagliare :
        βυθομετρώ, ρίχνω σκαντάγιο (=οργανο
        βυθομέτρησης)
      • σκάντζα βάρδια, η : βεν. scansa la vardia!
        : αλλαγή βάρδιας
      • σκαντζάρω : βεν. scansar : αλλάζω (φρουρούς
        ή πόδες πανιών )
      • σκάπουλος, ο : βεν. scapolo : ο ένας
        από τους δύο ναύτες της βάρδιας
        που περιμένει ν' αντικαταστήσει
        τον άλλο - αυτός που κάνει κοπάνα
        - ελεύθερος
      • σκαρμός, ο : η σταμίνα του νομέα
      • σκαρτάρω : ιταλ. scartare : πετάω τα
        άχρηστα
      • σκουλάρω : ιταλ. scolare : παίρνω
        στροφή σε ακρωτήρι - αδειάζω τα
        νερά της θάλασσας από τους
        σωλήνες και το κατάστρωμα
      • σπατσάρω : ιταλ. spazzare : σκουπίζω -
        ξεμπερδεύω - γελώ υπερβολικά
      • σπιράγιο, το : βεν. spiragio :
        φεγγίτης, αναφωτίς
      • σταβέντο, το : ιταλ. sottovento :
        απάνεμος, πλεύση σε απάνεμη
        πλευρά
      • σταντάρδο, το : αγγλ. standard : το
        κοντάρι της σημαίας
      • στήμη, η : επιμήκη τμήματα
        διπλωμένου σκοινιού - το κοράκι (βλ.λ.)
      • στοιβαδόρος, ο : ναύτης που
        στοιβάζει τα εμπορεύματα των
        εμπορικών πλοίων
      • στόκολος, ο : αγγλ. stokehold:
        λεβητοστάσιο, θερμαστήριο
      • στούφα, η : μυοκτονία
      • στράλια, τα : ιταλ. straglio : οι
        ανάδρομοι κι οι πρότονοι,
        σκοινιά που στερεώνουν τα
        επιστήλια των ιστών
      • στροφές, οι : ο αριθμός των
        περιφορών του προωστήρα του
        ατμοπλοίου ανά λεπτό
      • στρωμάτσα , τα : ιταλ. stramazzo :
        παράβλημα κρεμασμένο στα πλευρά
        του πλοίου γιά να το προφυλάσσει
        από ενδεχόμενες συγκρούσεις με
        άλλα πλοία ή την προκυμαία
      • σφήνες, οι : προθέματα του
        τιμονιού γιά να σφίγγει όταν
        χαλαρώνει κατά τον πλου.
      • σφυριξιά, η : δηλώνει δεξιά
        πορεία
      • σφυρίχτρα, η : όργανο που
        ειδοποιεί γιά την πορεία



    • Τ

      • ταρσανάς, ο : τουρκ. tersane :
        ναύσταθμος, ναυπηγείο
      • ταρτάν, το : μπάρ στο οποίο
        συχνάζουν κινέζοι
      • τελώνια, τα : οι φωσφορισμοί που
        εμφανίζονται σε καιρό θύελλας
        στα άκρα σκοινιών και κεραιών -
        αερικά, στοιχειά
      • τεσσαροχάλι, το : μικρή άγκυρα
        με τέσσερις βραχίονες
      • τζόβενο, το : ιταλ. giovane : μούτσος,
        ναυτόπαις
      • τιμονιέρα, η : ιταλ. timoniera : η
        πιλοτίνα (βλ.λ.) - διαμέρισμα
        χαρτών στο πίσω μέρος της
        γέφυρας
      • τουρκετί, το : το πλωριό κατάρτι
        - τριγωνικό πανί του λοξού ιστού
        της πλώρης
      • τραβέρσο, το : ιταλ. traverso :
        αναγκαστική πορεία σε περίπτωση
        μεγάλης θαλασσοταραχής κόντρα
        στη διεύθυνση του ανέμου γιά να
        αποφύγει το πλοίο τ7α χτυπήματα
        των κυμάτων στα πλευρά του
      • τραβέρσωμα, το : στροφή του
        πλοίου ώστε να στρωθεί τραβέρσο (βλ.λ.)
      • τραμπάκουλο, το : είδος
        δαλματικού πλοίου με δύο πανιά
      • τρικαντό, το : τρίκωχο καπέλλο
        των αξιωματικών του Πολεμικού
        Ναυτικού
      • τριπόντι , το : ιταλ. tre ponti :πλοίο
        με τρείς γέφυρες
      • τρισίλιο, το : δίπλοκο ή
        τρίπλοκο αριστερόστροφο
        καννάβινο σκοινί από παλιά
        κλώσματα
      • Τρίτος, ο : ο ανθυποπλοίαρχος
      • τρομπαμαρίνα, η : ιταλ. trombamarina :
        τηλεβόας γιά τη μετάδοση
        ηχητικών σημάτων μεταξύ των
        πλοίων σε καιρό ομίχλης
      • τσίμα, η : ιταλ. cima :η κορυφή, η
        άκρη
      • τσιφάρι, το : αραβ. ziffar : σιφόνι,
        αντλία
      • τσούρμο, το : ιταλ. ciurma :
        κωπηλάτες στις γαλέρες,
        κατάδικοι - πλήρωμα πλοίου



    • Φ

      • φανάρι, το : φάρος, φανός - κόμπος
        που κατασκευάζεται γιά τα
        σφοντύλια των χειραγωγών, γιά τη
        συγκράτηση των σχοινένιων λαβών
        των κάδων
      • φαναριέρα , η : η φανοδόχη και το
        φανάρι της κόφας
      • Φάτα Μοργκάνα, η : βρ.μυθ.Morgan LeFay,ιταλ.
        Fata Morgana : η διεστραμμένη μάγισσα
        αδελφή του βασιληά Αρθούρου,
        στην ιστορία των Ιππότων της
        στρογγυλής τραπέζης : μτφ.
        αντικατοπτρισμός στην επιφάνεια
        της θάλασσας , όταν το στρώμα του
        αέρα πάνω από το νερό είναι πιό
        ψυχρό απ' ότι στα ψηλότερα
        στρώματα. Ο ίδιος ο Ν. Καββαδίας
        λέει ''....συμβαίνει στης Σικελίας
        το στενό ή στη Νάπολη απ' έξω ,
        νύχτα τρεις η ώρα, και
        παρουσιάζει τρείς γυναίκες που
        χορεύουν στον ορίζοντα. Βαστάει
        ένα δύο λεπτά κι ύστερα χάνεται...''
      • φατούρα, η : ιταλ. fattura : ετικέττα
        - τιμολόγιο εμπορευμάτων
      • φιγούρα, η : ιταλ. figura : το
        ακρόπρωρο, ξόανο
      • φούντο, το : λατ. fundus : o βυθός -
        πόντισμα, βύθισμα
      • φριγκορίφικο, το : ισπ. frigorifico :
        πλοίο-ψυγείο
      • φριζερέτα, η : αγγλ. freezer : μικρό
        ψυγείο
      • φυρονεριά, η : το τράβηγμα των
        νερών



    • Χ

      • χάβαρο, το : αχιβάδα, φαγώσιμο
        όστρακο -αιδοίο - μτφ. βραδύνους
      • χαλώ: κατεβάζω βάρκα -
        αγκυροβολώ μεανάστροφη του
        εργάτη ή του βιντσιού- μαϊνάρω (βλ.λ.)
      • χαμαλίκα, η : τουρκ. hamal (=αχθοφόρος)
        : πάνινο επίστρωμα στην πλάτη του
        αχθοφόρου , μτφ. επιρ. αγγαρεία,
        άδικα
      • χαμσίνι, το : αραβ. chamsin (=πενήντα)
        : ριπές ορμητικού βορείου ανέμου
        που πνέει ώρες μεταφέροντας
        σύννεφα σκόνης


    • Ψ

      • ψηλώνω : ανεβαίνω κατά μήκος της
        λίνιας (βλ.λ.)
      • ψωμάκια, τα : τραπουλόχαρτα





     


    Υπόμνημα συντομογραφιών:

    βλ. : βλέπε

    αγγλ. : αγγλικός/η/ο


    αραβ. : αραβικός/η/ο

    αρχ. : αρχαία

    βεν. : ενετικό, βενετσιάνικο

    γαλλ.: γαλλικός/η/ο

    ισπ. : ισπανικός/η/ο

    ιταλ. : ιταλικός /η/ο


    λ. :λέξη

    λατ.: λατινικά

    μτφ. : μεταφορικώς


     


    [\"Γλωσσάρι
    στο έργο του Νίκου Καββαδία\" - Γιώργος
    Τράπαλης / Εκδόσεις ʼγρα,1990]


     



    [σελίδα 1 , 2 , 3 ]


    ||\\\\_/||

Ποιοί είναι online

Έχουμε 37 επισκέπτες συνδεδεμένους